Νόμος 3003/2002 — Χρονολόγιο τροποποιήσεων

Χρονολόγιο τροποποιήσεων, καταργήσεων και αναφορών στο ΦΕΚ για τον/την Νόμος 3003/2002.

Άρθρα

  1. Άρθρο 1. Το Άρθρο 1 του ΦΕΚ ορίζει τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να εκδικάσει μια υπόθεση, όπως όταν το Κράτος έχει ήδη ερευνήσει την υπόθεση και αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη (εκτός αν οφείλεται σε απροθυμία ή αδυναμία), όταν το πρόσωπο έχει ήδη δικαστεί για την ίδια συμπεριφορά, ή όταν η υπόθεση δεν είναι επαρκώς σοβαρή.
  2. Άρθρο 2. Το Άρθρο 2 του εγγράφου ορίζει ότι το Δικαστήριο θα συνδέεται με τα Ηνωμένα Έθνη μέσω συμφωνίας που θα εγκριθεί από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών στο Καταστατικό και θα συναφθεί από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Το Άρθρο 3 ορίζει ως έδρα του Δικαστηρίου τη Χάγη της Ολλανδίας.
  3. Άρθρο 3. Το Άρθρο 3 του ΦΕΚ ορίζει τη Χάγη της Ολλανδίας ως έδρα του Δικαστηρίου, απαιτώντας τη σύναψη συμφωνίας έδρας με τη φιλοξενούσα χώρα, η οποία θα εγκριθεί από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών και θα υπογραφεί από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο διατηρεί επίσης τη δυνατότητα να συνεδριάζει σε άλλες τοποθεσίες, εφόσον το κρίνει σκόπιμο σύμφωνα με το Καταστατικό.
  4. Άρθρο 3 π. Το Άρθρο 3 παράγραφος Ἱ αναφέρεται στην εφαρμογή αποφάσεων από τα Κράτη Μέρη κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 109, ενώ η παράγραφος ἹΙ του ίδιου άρθρου δεν περιγράφεται λεπτομερώς. Το Άρθρο 76 ορίζει ότι το Τμήμα Πρώτου Βαθμού αποφασίζει την κατάλληλη ποινή σε περίπτωση καταδίκης, λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία και τους ισχυρισμούς που σχετίζονται με την ποινή. Τέλος, το Άρθρο 95 επιτρέπει σε ένα Κράτος προς το οποίο απευθύνεται αίτηση να αναβάλει την εκτέλεση αυτής, εφόσον εκκρεμεί απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με αντιρρήσεις ως προς το παραδεκτό, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
  5. Άρθρο 4. Το Άρθρο 4 του Καταστατικού ορίζει ότι το Δικαστήριο έχει διεθνή νομική προσωπικότητα και μπορεί να ασκεί τις λειτουργίες του στο έδαφος οποιουδήποτε Κράτους Μέλους ή, με ειδική συμφωνία, σε οποιοδήποτε άλλο κράτος. Το Άρθρο 5 καθορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στα σοβαρότερα εγκλήματα που ενδιαφέρουν τη διεθνή κοινότητα, όπως η γενοκτονία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα επίθεσης, ενώ το Άρθρο 6 ορίζει τη γενοκτονία ως πράξη που διαπράττεται με πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.
  6. Άρθρο 5. Το Άρθρο 5 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται στα σοβαρότερα εγκλήματα που ενδιαφέρουν τη διεθνή κοινότητα, συγκεκριμένα τη γενοκτονία, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τα εγκλήματα πολέμου και το έγκλημα της επίθεσης, με την τελευταία να απαιτεί την υιοθέτηση ειδικής διάταξης.
  7. Άρθρο 5 κ. Το Άρθρο 5 κ ορίζει τη διαδικασία παραπομπής προσώπων σε ανάκριση από Κράτος ή από το ίδιο το Δικαστήριο, την αναθεώρηση της παραπομπής από τον Εισαγγελέα, την προσφυγή στο Τμήμα Εφέσεων, την έναρξη έρευνας από το Δικαστήριο, και την αποφυγή διπλής δίκης για πρόσωπα που έχουν ήδη δικαστεί για παρόμοια αδικήματα.
  8. Άρθρο 5 τ. Το Άρθρο 5 τ ορίζει τις ποινές φυλάκισης, οι οποίες μπορεί να είναι για συγκεκριμένο αριθμό ετών (έως 30) ή ισόβια, και επιπλέον μπορεί να επιβληθεί χρηματική ποινή ή δήμευση περιουσίας που προέρχεται από το έγκλημα.
  9. Άρθρο 6. Το Άρθρο 6 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) καθορίζει τη διαδικασία επιβεβαίωσης των κατηγοριών πριν από τη δίκη, η οποία διεξάγεται από το Τμήμα Προδικασίας παρουσία του Εισαγγελέα, του κατηγορουμένου και του συνηγόρου του, με σκοπό την εξασφάλιση της αποτελεσματικής δίωξης των σοβαρότερων διεθνών εγκλημάτων.
  10. Άρθρο 7. Το Άρθρο 7 ορίζει τα "εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας" ως πράξεις όπως ανθρωποκτονία, εξόντωση, υποδούλωση, εκτόπιση, φυλάκιση, βασανιστήρια, βιασμός, δίωξη, βίαιη εξαφάνιση, φυλετικός διαχωρισμός και άλλες απάνθρωπες πράξεις, όταν διαπράττονται ως μέρος ευρείας και συστηματικής επίθεσης κατά αμάχου πληθυσμού. Το άρθρο διευκρινίζει επίσης τους όρους "επίθεση κατά αμάχου πληθυσμού", "εξόντωση", "υποδούλωση", "εκτόπιση ή βίαιη μετακίνηση πληθυσμού", "βασανιστήρια", "εξαναγκασμός σε εγκυμοσύνη", "δίωξη" και "φυλετικός διαχωρισμός".
  11. Άρθρο 7 π. Το Άρθρο 7 παρ. 3 και 8 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο Εισαγγελέας μπορεί να λάβει μέτρα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και δίωξης εγκλημάτων, ιδίως σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας, σεξιστικής βίας ή βίας κατά παιδιών, διασφαλίζοντας παράλληλα το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη. Επιπλέον, ως εξαίρεση στην αρχή της δημόσιας δίκης (άρθρο 67), τα Τμήματα του Δικαστηρίου μπορούν να διεξάγουν διαδικασίες κεκλεισμένων των θυρών ή να επιτρέπουν την παρουσίαση αποδεικτικών στοιχείων μέσω ηλεκτρονικών μέσων, ειδικά για την προστασία θυμάτων και μαρτύρων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας ή παιδιών θυμάτων/μαρτύρων.
  12. Άρθρο 8. Το Άρθρο 8 του εγγράφου ορίζει τη Χάγη της Ολλανδίας ως έδρα του Δικαστηρίου, η οποία θα συναφθεί με συμφωνία έδρας με τη φιλοξενούσα χώρα, και καθορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί εγκλημάτων πολέμου, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών παραβιάσεων των Συμβάσεων της Γενεύης του 1949 και άλλων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου.
  13. Άρθρο 9. Το Άρθρο 9 καθορίζει τα στοιχεία της υπόστασης των εγκλημάτων, τα οποία υιοθετούνται με πλειοψηφία δύο τρίτων των μελών της Συνέλευσης των Μερών και μπορούν να τροποποιηθούν από οποιοδήποτε Κράτος-Μέρος. Το άρθρο αναφέρεται σε επιθέσεις κατά αμάχων, υγειονομικών μονάδων, στρατολόγηση παιδιών κάτω των 15 ετών, παραβιάσεις του κοινού άρθρου 3 των Συμβάσεων της Γενεύης, και επιθέσεις κατά κτιρίων θρησκείας, παιδείας, τέχνης, επιστήμης, αγαθοεργών σκοπών, ιστορικών μνημείων, νοσοκομείων και μερών συγκέντρωσης ασθενών και τραυματιών.
  14. Άρθρο 10. Το Άρθρο 10 του Καταστατικού ορίζει ότι καμία διάταξη του Κεφαλαίου δεν περιορίζει ή επηρεάζει κανόνες διεθνούς δικαίου για σκοπούς άλλους από αυτούς του Καταστατικού. Το Άρθρο 11, παράγραφος 1, καθορίζει ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία μόνο για εγκλήματα που διαπράχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Καταστατικού.
  15. Άρθρο 11. Το Άρθρο 11 του Καταστατικού ορίζει ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία μόνο για εγκλήματα που διαπράχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Καταστατικού, και για τα Κράτη που προσχωρούν αργότερα, η δικαιοδοσία ισχύει μόνο για εγκλήματα που διαπράχθηκαν μετά την προσχώρησή τους, εκτός αν δηλώσουν διαφορετικά.
  16. Άρθρο 12. Το Άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 2, ορίζει ότι ένα Κράτος που γίνεται μέρος του Καταστατικού αποδέχεται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για εγκλήματα του άρθρου 5, και το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία αν ένα ή περισσότερα Κράτη είναι Μέρη ή έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του, ειδικά αν η συμπεριφορά έλαβε χώρα στο έδαφός τους ή σε πλοίο/αεροσκάφος τους. Επιπλέον, το Άρθρο 12, παράγραφος 3, επιτρέπει στον Εισαγγελέα να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί για θέματα δικαιοδοσίας ή παραδεκτού, με δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων από τα παραπέμποντα Κράτη και τα θύματα. Τέλος, αναφέρεται ότι ένα Κράτος μπορεί να δηλώσει, για επτά έτη μετά την έναρξη ισχύος του Καταστατικού, ότι δεν αποδέχεται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για συγκεκριμένες κατηγορίες εγκλημάτων.
  17. Άρθρο 13. Το Άρθρο 13 του ΦΕΚ 75, Τεύχος Πρώτο, σελίδα 1255, αφορά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου επί εγκλημάτων, τις ενστάσεις παραδεκτού και δικαιοδοσίας, καθώς και τις γλώσσες εργασίας του Δικαστηρίου (αγγλική και γαλλική, με δυνατότητα χρήσης άλλων γλωσσών κατόπιν αιτήματος). Επίσης, ρυθμίζει την εξέταση των αποφάσεων του Εισαγγελέα να μην προχωρήσει σε δίωξη από το Τμήμα Προδικασίας, το οποίο μπορεί να ζητήσει αναθεώρηση ή να επικυρώσει την απόφαση.
  18. Άρθρο 14. Το Άρθρο 14 του εγγράφου ΦΕΚ αφορά την παραπομπή πραγματικής κατάστασης από Κράτος Μέρος στον Εισαγγελέα για διερεύνηση εγκλημάτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η παραπομπή πρέπει να περιλαμβάνει σχετικές περιστάσεις και έγγραφα, ενώ το Τμήμα Προδικασίας μπορεί να εξετάσει την απόφαση του Εισαγγελέα να μην προχωρήσει σε δίωξη, κατόπιν αιτήματος του Κράτους ή του Συμβουλίου Ασφαλείας.
  19. Άρθρο 15. Το Άρθρο 15 του εγγράφου περιγράφει τη διαδικασία έναρξης έρευνας από τον Εισαγγελέα του Δικαστηρίου, ο οποίος μπορεί να το κάνει αυτεπαγγέλτως βάσει πληροφοριών για εγκλήματα, ή κατόπιν παραπομπής από Κράτος-Μέρος, ζητώντας άδεια από το Τμήμα Προδικασίας και εξετάζοντας τη σοβαρότητα των πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη και παραστάσεις θυμάτων.
  20. Άρθρο 16. Το Άρθρο 17 του εγγράφου ορίζει ότι μια υπόθεση κρίνεται απαράδεκτη από το Δικαστήριο εάν ερευνάται ή έχει ασκηθεί δίωξη από ένα Κράτος που έχει δικαιοδοσία, εκτός εάν το Κράτος είναι απρόθυμο ή αδυνατεί να εκτελέσει την έρευνα ή δίωξη.
  21. Άρθρο 17. Το Άρθρο 17 καθορίζει ποιοι μπορούν να υποβάλουν ενστάσεις κατά του παραδεκτού μιας υπόθεσης ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (ο κατηγορούμενος, ή ένα Κράτος που ερευνά ή ασκεί δίωξη, ή ένα Κράτος από το οποίο απαιτείται αποδοχή δικαιοδοσίας), πώς και πότε υποβάλλονται αυτές οι ενστάσεις (όσο το δυνατόν συντομότερα, πριν ή μετά την επιβεβαίωση του κατηγορητηρίου, με παραπομπή στο Τμήμα Προδικασίας ή στο Τμήμα Πρώτου Βαθμού αντίστοιχα), και τις συνέπειες αυτών των ενστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της αναστολής της ανάκρισης από τον Εισαγγελέα και της δυνατότητας του Εισαγγελέα να ζητήσει άδεια για συγκεκριμένες ανακριτικές ενέργειες.
  22. Άρθρο 17 κ. Το Άρθρο 17 κ ορίζει ότι ο Εισαγγελέας, εάν κρίνει ότι δεν υπάρχει δικαιολογητική βάση για να προχωρήσει σε ανάκριση, βασιζόμενος αποκλειστικά στο εδάφιο (γ) που λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και τα συμφέροντα των θυμάτων, αλλά κρίνει ότι η ανάκριση δεν υπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, ενημερώνει το Τμήμα Προδικασίας. Επίσης, αναφέρεται ότι αν μετά την ανάκριση δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για άσκηση δίωξης, επειδή δεν υπάρχει επαρκής νομική ή πραγματική βάση για ένταλμα ή κλήση κατά το άρθρο 17.
  23. Άρθρο 18. Το Άρθρο 18 του ΦΕΚ αφορά τις προδικαστικές αποφάσεις σχετικά με το παραδεκτό μιας υπόθεσης στο Δικαστήριο, ορίζοντας τη διαδικασία ειδοποίησης των Κρατών-Μερών και των κρατών που κανονικά θα ασκούσαν δικαιοδοσία, καθώς και τις προϋποθέσεις για την ανάκριση ή έκδοση υπόπτων από τα εν λόγω κράτη.
  24. Άρθρο 19. Το Άρθρο 19 του εγγράφου ορίζει ότι το Δικαστήριο ελέγχει αυτεπαγγέλτως τη δικαιοδοσία του και το παραδεκτό μιας υπόθεσης, ενώ τα θύματα μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις. Ενστάσεις κατά του παραδεκτού ή της δικαιοδοσίας μπορούν να υποβληθούν μόνο μία φορά από τα πρόσωπα ή Κράτη που αναφέρονται στην παράγραφο 2, πριν ή κατά την έναρξη της δίκης, εκτός αν το Δικαστήριο επιτρέψει εξαιρετικά την υποβολή τους περισσότερες φορές ή μετά την έναρξη της δίκης.
  25. Άρθρο 20. Το Άρθρο 20, με τίτλο "Ουδείς δικάζειν" (Ne bis in idem), ορίζει ότι κανείς δεν δικάζεται από το Δικαστήριο για συμπεριφορά που αποτέλεσε τη βάση εγκλημάτων για τα οποία έχει ήδη καταδικαστεί ή αθωωθεί από το Δικαστήριο, ενώ παράλληλα καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να ερευνήσει την απροθυμία ενός κράτους να διεξάγει δίκη, εάν η εθνική διαδικασία διεξάγεται για την προστασία ενός προσώπου από ποινική ευθύνη ή εάν η υπόθεση δεν είναι επαρκώς σοβαρή.
  26. Άρθρο 21. Το Άρθρο 21 του Καταστατικού καθορίζει την ιεραρχία του εφαρμοστέου δικαίου για το Δικαστήριο, ξεκινώντας από το ίδιο το Καταστατικό, τα Στοιχεία Εγκλημάτων και τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης, ακολουθούμενο από τις εφαρμοστέες συνθήκες και το διεθνές δίκαιο, και τέλος, γενικές αρχές δικαίου από εθνικές νομοθεσίες, πάντα σύμφωνα με τα διεθνώς αναγνωρισμένα ανθρώπινα δικαιώματα και χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου.
  27. Άρθρο 22. Το Άρθρο 22 του Καταστατικού ορίζει ότι ο ορισμός ενός εγκλήματος που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ερμηνεύεται συσταλτικά, προς όφελος του κατηγορουμένου σε περίπτωση αμφιβολίας, και δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό συμπεριφορών ως αξιόποινων κατά το διεθνές δίκαιο.
  28. Άρθρο 23. Το Άρθρο 23 του Καταστατικού ορίζει ότι η τιμωρία ενός καταδικασθέντος από το Δικαστήριο μπορεί να γίνει μόνο σύμφωνα με το παρόν Καταστατικό, ενώ το Άρθρο 24 απαγορεύει την ποινική ευθύνη για συμπεριφορές που προηγήθηκαν της θέσης σε ισχύ του Καταστατικού.
  29. Άρθρο 24. Το Άρθρο 24 του Καταστατικού απαγορεύει την αναδρομική εφαρμογή του νόμου για συμπεριφορές που προηγήθηκαν της θέσης του σε ισχύ, ενώ σε περίπτωση αλλαγής νόμου πριν την τελεσίδικη απόφαση, εφαρμόζεται ο επιεικέστερος για τον ανακρινόμενο, διωκόμενο ή καταδικασθέντα. Το Άρθρο 25 ορίζει ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί φυσικών προσώπων σύμφωνα με το παρόν Καταστατικό.
  30. Άρθρο 25. Το Άρθρο 25 του Καταστατικού ορίζει την ατομική ποινική ευθύνη φυσικών προσώπων για εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, καλύπτοντας πράξεις όπως η άμεση διάπραξη, η προστάξη, η παροχή βοήθειας, η συμβολή σε ομαδικές ενέργειες, η άμεση δημόσια παρακίνηση για γενοκτονία και η απόπειρα εγκλήματος.
  31. Άρθρο 27. Το Άρθρο 27 του Καταστατικού ορίζει ότι η επίσημη ιδιότητα (όπως Αρχηγός Κράτους, μέλος Κυβέρνησης ή Κοινοβουλίου, εκλεγμένος αντιπρόσωπος ή κυβερνητικός υπάλληλος) δεν εξαιρεί κανέναν από την ποινική ευθύνη ούτε μειώνει την ποινή, και οι ασυλίες ή ειδικοί δικονομικοί κανόνες δεν εμποδίζουν το Δικαστήριο να ασκήσει δικαιοδοσία.
  32. Άρθρο 28. Το Άρθρο 28, παράγραφος 1, του Συντάγματος, αναφέρεται στο Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, το οποίο υιοθετήθηκε στη Ρώμη στις 17 Ιουλίου 1998, με διορθώσεις στις 19 Νοεμβρίου 1998 και 12 Ιουλίου 1999.
  33. Άρθρο 29. Το Άρθρο 29 του εγγράφου ορίζει ότι τα εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι απαράγραπτα, ενώ το Άρθρο 30 (ή 80, όπως αναφέρεται σε ένα σημείο) καθορίζει ότι ένα πρόσωπο ευθύνεται ποινικά για ένα έγκλημα μόνο εάν η αντικειμενική του υπόσταση πραγματοποιήθηκε με πρόθεση και εν γνώσει, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  34. Άρθρο 30. Το Άρθρο 30 ορίζει την έννοια της "πρόθεσης" και της "γνώσης" για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, διευκρινίζοντας ότι ένα πρόσωπο ενεργεί με πρόθεση όταν αποσκοπεί σε μια συμπεριφορά ή επιδιώκει μια συνέπεια, ενώ "γνώση" σημαίνει συνείδηση της ύπαρξης περιστάσεων ή της επέλευσης μιας συνέπειας.
  35. Άρθρο 31. Το Άρθρο 31 του Καταστατικού ορίζει τους λόγους άρσης της ποινικής ευθύνης, συμπεριλαμβανομένων της διανοητικής νόσου, της μέθης (εκτός αν υπαίτια προκλήθηκε και υπήρχε γνώση του κινδύνου εγκληματικής συμπεριφοράς), της εύλογης αυτοάμυνας ή άμυνας άλλου, και της εκούσιας εγκατάλειψης εγκληματικού σκοπού, ενώ το Άρθρο 26 αποκλείει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για άτομα κάτω των 18 ετών κατά τον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος.
  36. Άρθρο 32. Το Άρθρο 32 του ΦΕΚ ορίζει ότι η πραγματική πλάνη αίρει την ποινική ευθύνη μόνο αν αναιρεί την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ενώ η νομική πλάνη δεν αίρει την ευθύνη, εκτός αν αναιρεί την υποκειμενική υπόσταση ή πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 33.
  37. Άρθρο 33. Το Άρθρο 33 του ΦΕΚ ορίζει ότι η συμμόρφωση σε εντολή ανωτέρου (Κυβέρνησης, στρατιωτικού ή πολιτικού) δεν αναιρεί την ποινική ευθύνη για έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, εκτός αν πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η νομική υποχρέωση υπακοής, η άγνοια της παρανομίας της εντολής και η μη καταφανής παρανομία της, με τη διαταγή για γενοκτονία ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας να θεωρείται πάντα καταφανώς παράνομη.
  38. Άρθρο 34. Το Άρθρο 34 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει τα όργανα του Δικαστηρίου, τα οποία είναι το Προεδρείο, η Βαθμίδα Εφέσεων, η Πρώτη Βαθμίδα, η Βαθμίδα Προδικασίας, το Γραφείο του Εισαγγελέα και η Γραμματεία. Το Άρθρο 35 αναφέρει ότι όλοι οι δικαστές εκλέγονται ως μέλη πλήρους απασχόλησης του Δικαστηρίου και είναι διαθέσιμοι από την έναρξη της θητείας τους.
  39. Άρθρο 34 π. Το Άρθρο 34 π ορίζει τη σύνθεση και τη λειτουργία των βαθμίδων του Δικαστηρίου, καθορίζοντας ότι η Βαθμίδα Εφέσεων αποτελείται από τον Πρόεδρο και τέσσερις δικαστές, ενώ η Πρώτη Βαθμίδα και η Βαθμίδα Προδικασίας από τουλάχιστον έξι δικαστές η καθεμία, με την τοποθέτηση να βασίζεται στην εξειδίκευση και την πείρα των δικαστών, ενώ τα Τμήματα Εφέσεων, Πρώτου Βαθμού και Προδικασίας διεκπεραιώνουν τις δικαστικές λειτουργίες.
  40. Άρθρο 35. Το Άρθρο 35 του ΦΕΚ ορίζει ότι όλοι οι δικαστές εκλέγονται ως μέλη πλήρους απασχόλησης του Δικαστηρίου, με το Προεδρείο να υπηρετεί άμεσα με αυτό το καθεστώς. Το Προεδρείο μπορεί να αποφασίζει κατά περιόδους για την έκταση της πλήρους απασχόλησης των υπόλοιπων δικαστών, ανάλογα με τον φόρτο εργασίας και σε συνεννόηση με τα μέλη, χωρίς να θίγονται οι διατάξεις του άρθρου 40.
  41. Άρθρο 36. Το Άρθρο 36, παράγραφος 2(α) και (β), ορίζει ότι το Προεδρείο, ενεργώντας για λογαριασμό του Δικαστηρίου, μπορεί να προτείνει αύξηση του αριθμού των δικαστών, η οποία κοινοποιείται στα Κράτη Μέρη και εξετάζεται σε σύνοδο της Συνέλευσης των Κρατών Μερών, απαιτώντας πλειοψηφία δύο τρίτων για υιοθέτηση. Το Άρθρο 38, παράγραφος 1, αναφέρει ότι εάν μια πρόταση για μείωση του αριθμού των δικαστών υιοθετηθεί, ο αριθμός μειώνεται σταδιακά με τη λήξη της θητείας των υπηρετούντων δικαστών.
  42. Άρθρο 36 π. Το άρθρο 36 παρ. 8 του εγγράφου ΦΕΚ αφορά τη λειτουργία του Γραφείου του Εισαγγελέα, ορίζοντας ότι ο Εισαγγελέας, επικουρούμενος από Αναπληρωτές Εισαγγελείς διαφορετικής εθνικότητας, έχει πλήρη εξουσία διαχείρισης και διοίκησης, ενώ η εκλογή τους γίνεται με μυστική ψηφοφορία από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών για θητεία εννέα ετών, με δυνατότητα εξαίρεσης από υποθέσεις όπου αμφισβητείται η αμεροληψία τους, αποφασιζόμενη από το Τμήμα Εφέσεων.
  43. Άρθρο 36 τ. Το άρθρο 36 τ, παράγραφος 3, ορίζει ότι η Συνέλευση διαθέτει Προεδρείο αποτελούμενο από τον Πρόεδρο, δύο Αντιπροέδρους και 18 μέλη, τα οποία εκλέγονται για τριετή θητεία, με σκοπό την αντιπροσωπευτικότητα μέσω γεωγραφικής κατανομής και εκπροσώπησης νομικών συστημάτων.
  44. Άρθρο 37. Το Άρθρο 37 του ΦΕΚ ορίζει ότι σε περίπτωση κένωσης θέσης δικαστή, διεξάγεται εκλογή σύμφωνα με το άρθρο 36 για την πλήρωσή της. Ο δικαστής που εκλέγεται για να καλύψει την κενή θέση υπηρετεί για το υπόλοιπο της θητείας του προκατόχου του και, εάν αυτή η περίοδος είναι τρία έτη ή λιγότερο, μπορεί να επανεκλεγεί για πλήρη θητεία.
  45. Άρθρο 37 π. Το Άρθρο 37 παράγραφος 2 (ιι) του ΦΕΚ ορίζει ότι, μετά την αύξηση του αριθμού των δικαστών, το Προεδρείο μπορεί να προτείνει τη μείωσή τους αν το επιβάλλει ο φόρτος εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η μείωση δεν θα υπερβεί τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1. Η πρόταση ακολουθεί συγκεκριμένη διαδικασία και, αν υιοθετηθεί, η μείωση γίνεται σταδιακά με τη λήξη των θητειών των υπαρχόντων δικαστών.
  46. Άρθρο 38. Το Άρθρο 38 του εγγράφου ΦΕΚ καθορίζει τη διαδικασία επιλογής και εκλογής δικαστών για το Δικαστήριο, ορίζοντας ότι οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν υψηλό ήθος, αμεροληψία, ακεραιότητα και αποδεδειγμένη εξειδίκευση στο ποινικό δίκαιο ή στο διεθνές δίκαιο, καθώς και άριστη γνώση μιας εκ των γλωσσών εργασίας του Δικαστηρίου. Οι υποψηφιότητες μπορούν να υποβληθούν από κάθε Κράτος Μέρος, με δυνατότητα σύστασης Συμβουλευτικής Επιτροπής, και οι εκλογές θα γίνονται με μυστική ψηφοφορία σε σύνοδο της Συνέλευσης των Κρατών Μερών, με στόχο την εκλογή 18 δικαστών που θα λαμβάνουν την πλειοψηφία των δύο τρίτων των παρόντων και ψηφισάντων Κρατών Μερών, ενώ απαγορεύεται να είναι δύο δικαστές υπήκοοι του ίδιου Κράτους.
  47. Άρθρο 40. Το Άρθρο 40 του εγγράφου ΦΕΚ διασφαλίζει την ανεξαρτησία των δικαστών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, απαγορεύοντας τους κάθε ασυμβίβαστη δραστηριότητα ή άλλη επαγγελματική απασχόληση για όσους υπηρετούν με καθεστώς πλήρους απασχόλησης στην έδρα του Δικαστηρίου, με αποφάσεις επί σχετικών θεμάτων να λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των δικαστών.
  48. Άρθρο 41. Το Άρθρο 41 του εγγράφου ΦΕΚ αφορά την εξαίρεση και απαλλαγή δικαστών, ορίζοντας ότι το Προεδρείο μπορεί να απαλλάξει δικαστή από τα καθήκοντά του κατόπιν αιτήσεως, και ότι ένας δικαστής πρέπει να εξαιρεθεί από υπόθεση εάν υπάρχει αμφιβολία για την αμεροληψία του, συμπεριλαμβανομένης της προηγούμενης εμπλοκής του στην υπόθεση ή σε σχετική ποινική υπόθεση στα εθνικά δικαστήρια.
  49. Άρθρο 42. Το Άρθρο 42 του εγγράφου ΦΕΚ ορίζει ότι το Γραφείο του Εισαγγελέα λειτουργεί ανεξάρτητα ως ξεχωριστό όργανο του Δικαστηρίου, υπεύθυνο για τη λήψη αναφορών, την εξέταση εγκλημάτων, τη διεξαγωγή ανακρίσεων και διώξεων, και ότι ο Εισαγγελέας, ο οποίος εκλέγεται με απόλυτη πλειοψηφία από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών, έχει πλήρη εξουσία διοίκησης του Γραφείου, επικουρούμενος από Αναπληρωτές Εισαγγελείς.
  50. Άρθρο 43. Το Άρθρο 43 ορίζει τη Γραμματεία ως υπεύθυνη για εξωδικαστικά θέματα διοίκησης και υπηρεσιών του Δικαστηρίου, με επικεφαλής τον Γραμματέα ως κύριο διοικητικό υπάλληλο, ενώ παράλληλα αναφέρεται σε διαδικασίες τροποποίησης του Καταστατικού, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής προτάσεων από Κράτη Μέρη στον Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και της υιοθέτησης τροποποιήσεων με πλειοψηφία δύο τρίτων.
  51. Άρθρο 43 π. Το Άρθρο 43 π ορίζει ότι ένα Κράτος μπορεί να ζητήσει τη λήψη μέτρων για την προστασία υπαλλήλων, συμβούλων και εμπιστευτικών/ευαίσθητων πληροφοριών, υποβάλλοντας περίληψη αντί για πλήρεις πληροφορίες, εφόσον τα μέτρα αυτά δεν βλάπτουν τα δικαιώματα του κατηγορουμένου ή τη δίκαιη δίκη.
  52. Άρθρο 44. Το Άρθρο 44 του ΦΕΚ ορίζει ότι ο Εισαγγελέας και ο Γραμματέας είναι υπεύθυνοι για το διορισμό του εξειδικευμένου προσωπικού στα γραφεία τους, συμπεριλαμβανομένων των ανακριτικών υπαλλήλων για τον Εισαγγελέα, διασφαλίζοντας την αποδοτικότητα, την ικανότητα και την ακεραιότητα του προσωπικού.
  53. Άρθρο 46. Το Άρθρο 46 του Καταστατικού καθορίζει τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες απόλυσης δικαστών, του Εισαγγελέα, Αναπληρωτών Εισαγγελέων, του Γραμματέα και του Αναπληρωτή Γραμματέα, είτε λόγω σοβαρού παραπτώματος είτε λόγω ανικανότητας άσκησης καθηκόντων, με αποφάσεις που λαμβάνονται από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών ή τους δικαστές, ανάλογα με τη θέση.
  54. Άρθρο 46 π. Το Άρθρο 46 παράγραφος 1 ορίζει ότι υπόκειται σε πειθαρχικές κυρώσεις σύμφωνα με τους Κανόνες Διαδικασίας και Απόδειξης, ενώ το Άρθρο 48 απονέμει στο Δικαστήριο, τους δικαστές, τον Εισαγγελέα, τους Αναπληρωτές Εισαγγελείς και τον Γραμματέα τα απαραίτητα προνόμια και ασυλίες για την εκπλήρωση των σκοπών του, συγκρίσιμα με αυτά των επικεφαλής διπλωματικών αποστολών.
  55. Άρθρο 48. Το Άρθρο 48 του ΦΕΚ καθορίζει την παροχή ασυλίας σε επικεφαλής διπλωματικών αποστολών μετά τη λήξη της θητείας τους για ενέργειες που έγιναν υπό την υπηρεσιακή τους ιδιότητα. Επίσης, ρυθμίζει τα προνόμια, τις ασυλίες και τις διευκολύνσεις για τον Αναπληρωτή Γραμματέα, το προσωπικό του Γραφείου του Εισαγγελέα και της Γραμματείας, καθώς και για συνηγόρους, εμπειρογνώμονες και μάρτυρες, σύμφωνα με τη συμφωνία για τα προνόμια και τις ασυλίες του Δικαστηρίου. Τέλος, ορίζει τις διαδικασίες άρσης των προνομίων και ασυλιών για τους δικαστές, τον Εισαγγελέα, τον Γραμματέα, τους Αναπληρωτές Εισαγγελείς και το προσωπικό τους, καθώς και για τον Αναπληρωτή Γραμματέα και το προσωπικό της Γραμματείας.
  56. Άρθρο 49. Το Άρθρο 49, σε διάφορες εκδοχές του, ρυθμίζει τον αριθμό των δικαστών του Δικαστηρίου (αρχικά 18, με δυνατότητα αύξησης κατόπιν πρότασης του Προεδρείου) και καθορίζει ότι οι μισθοί, τα επιδόματα και τα έξοδα των δικαστών, του Εισαγγελέα, των Αναπληρωτών Εισαγγελέων, του Γραμματέα και του Αναπληρωτή Γραμματέα αποφασίζονται από τη Συνέλευση των Κρατών Μερών, με την πρόβλεψη ότι δεν μειώνονται κατά τη διάρκεια της θητείας τους.
  57. Άρθρο 50. Το Άρθρο 50 του εγγράφου ορίζει ότι οι επίσημες γλώσσες του Δικαστηρίου είναι η αραβική, η κινεζική, η αγγλική, η γαλλική, η ρωσική και η ισπανική, με τις δικαστικές και θεμελιώδεις αποφάσεις να δημοσιεύονται σε αυτές, ενώ οι γλώσσες εργασίας είναι η αγγλική και η γαλλική, με δυνατότητα χρήσης άλλων επίσημων γλωσσών κατόπιν αιτήματος και επαρκούς αιτιολόγησης.
  58. Άρθρο 51. Το Άρθρο 51 του Καταστατικού καθορίζει τη διαδικασία υιοθέτησης, τροποποίησης και εφαρμογής των Κανόνων Διαδικασίας και Απόδειξης, απαιτώντας πλειοψηφία δύο τρίτων των Κρατών Μερών για την έγκρισή τους, ενώ σε επείγουσες περιπτώσεις επιτρέπει στους δικαστές να θεσπίζουν προσωρινούς κανόνες.
  59. Άρθρο 52. Το Άρθρο 52 του Κανονισμού του Δικαστηρίου ορίζει ότι οι δικαστές υιοθετούν τον Κανονισμό με απόλυτη πλειοψηφία, ζητώντας τη γνώμη του Εισαγγελέα και του Γραμματέα, και ότι ο Κανονισμός και οι τροποποιήσεις του ισχύουν από την υιοθέτησή τους, εκτός αν οι δικαστές αποφασίσουν διαφορετικά, ενώ γνωστοποιούνται στα Κράτη Μέρη για σχολιασμό και παραμένουν σε ισχύ αν δεν υπάρξουν αντιρρήσεις εντός έξι μηνών.
  60. Άρθρο 53. Το Άρθρο 53 περιγράφει τη διαδικασία με την οποία ο Εισαγγελέας αποφασίζει αν θα ξεκινήσει ανάκριση, εξετάζοντας αν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις εγκλήματος εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αν η υπόθεση είναι παραδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 17, και αν η ανάκριση εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος και τα συμφέροντα των θυμάτων.

Πρόσφατες αναφορές

Σχετικοί νόμοι

Επιστροφή στη λίστα νόμων